• DONATION

Για το «αυτοάνοσο» της Εκκλησίας πότε θα βρούμε το «εμβόλιο»;

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΔΑΡΟΣ

Από την μέρα που η πανδημία χτύπησε την πόρτα μας, τα φραστικά επεισόδια εις βάρος κληρικών όλων των βαθμίδων από ζηλωτές και γενικά «παραδοσιακούς» χριστιανούς είναι συχνά και δυστυχώς κλιμακούμενα.  Στην αρχή ήταν εκείνοι που μέμφονταν τον Κλήρο και ειδικά τους αρχιερείς για το γεγονός πως «υποχώρησαν» στις απαιτήσεις της Πολιτείας κι έκλεισαν τους ναούς, αφού… «στον ναό δεν κολλάει». Μετά, όταν άνοιξαν οι ναοί, κι οι ίδιοι, εντελώς γνωστοί και διόλου άγνωστοι στις τοπικές κοινωνίες, επανήλθαν ελέγχοντας τους κληρικούς για το θέμα της μάσκας. «Δεν μας θέλει ο Θεός στο σπίτι του με μάσκα» φώναζαν.

Τώρα με το εμβόλιο, δίνουν τον δικό τους «ανένδοτο» και πλέον χωρίς κανένα δισταγμό διακόπτουν τελετές και Θ. Λειτουργίες, εξυβρίζουν και καταριούνται κληρικούς και θεωρώντας το κάτι σαν «ιερό καθήκον» τους συμπεριφέρονται σαν την θρησκευτική αστυνομία του Ιράν εντός κι εκτός ναών, περιμένοντας σαν ευαίσθητα ραντάρ τη στιγμή που κάποιος κληρικός «τολμήσει» να ξεστομίσει το οτιδήποτε κατά την άποψη τους δεν είναι «ορθόδοξο», «πατερικό» κτλ. Το είδαμε στην Πάρο, στη Ζάκυνθο στη Νεάπολη και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις που δεν έτυχε να κυκλοφορήσουν ευρέως.

Πώς φτάσαμε εδώ; Τι συμβαίνει εντέλει; Πώς  η Εκκλησία από εκεί που θεωρείτο «ψυχής ιατρείο» μετατράπηκε σε «ψυχιατρείο»;

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, κατά τη δική μου άποψη τουλάχιστον, συμπυκνώνεται στις εξής φράσεις: «Ω, αδερφέ πού να μπλέκουμε τώρα…» ή «Άστον να λέει» ή «Εμένα να μην ενοχλεί κι ας κάνει ό,τι θέλει» και φυσικά «Έλα τώρα, δέκα παλαβοί είναι θα φωνάξουν και θα ξεθυμάνουν».

Το λυπηρό είναι πως οι πρώτοι διδάξαντες αυτήν την συμπεριφορά είναι οι ίδιοι ο μητροπολίτες.

Όταν για παράδειγμα σε μια επαρχία ένας κληρικός έχει λαό από πίσω του, ο μητροπολίτης θα το σκεφτεί μια και δυο φορές να τον «μαζέψει» εάν λέει παλαβομάρες (συγχωρήστε μου τη λέξη αλλά δεν βρίσκω καλύτερη) γιατί ο παπάς έχει πνευματικά παιδιά, στρατό για να τα λέμε με τ’ όνομα τους, κι αν τα ξαμολήσει θα γίνει η Μητρόπολη «Ανάστα ο Θεός». Σε αυτές τις περιπτώσεις ο μητροπολίτης κρατά τις αποστάσεις του, αφήνει τον παπά ελεύθερο να κάνει ό,τι επιθυμεί κι αφού η αμφισβήτηση δεν φθάνει στο επισκοπικό μέγαρο είμαστε όλοι χαρούμενοι. «Πού να μπλέκουμε τώρα…».

Αυτή είναι η μία «συνταγή». Σε άλλες περιπτώσεις ο μητροπολίτης δεν μένει απλά «ουδέτερος» αλλά πλησιάζει τον «γέροντα» όσο χρειάζεται ώστε οι οπαδοί, τα πνευματικά του τέκνα δηλαδή, να θεωρούν και τον μητροπολίτη δικό τους άνθρωπο. Έτσι «κοιμόμαστε ήσυχοι», η Μητρόπολη έχει την ηρεμία της κι ό επίσκοπος την αποδοχή του. Βέβαια ορισμένοι από αυτούς πιστεύουν σε άλλη ορθοδοξία αλλά μικρό το κακό. Δεν γίνεται να τα έχουμε όλα.

Πρόκειται για την γνωστή μέθοδο ηγεσίας που δεν μπαίνεις στον κόπο να κατευθύνεις τον όχλο αλλά βλέπεις που θέλει να πάει και απλά στέκεσαι στην κορυφή.  Εύκολη και ξεκούραστη μέθοδος με τη μόνη διαφορά πως έχει μια επικινδυνότητα. Αν ποτέ τολμήσεις να πεις κάτι που δεν θέλει να ακούσει ο όχλος γίνεσαι ο πρωταγωνιστής της δικής σου Μεγάλης Εβδομάδας. Από το «Ωσαννά» στο «Σταύρωσον» τρεις μέρες δρόμος. Αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα όμως, δεν καταλήγει σε «Ανάσταση».

Τη δεκαετία του 1980 και του 1990 ήταν της μόδας, το χάραγμα, ο αντίχριστος, το 666, τα barcode και τα τσιπάκια. Τότε ξεκίνησε αυτή η «μόδα». Η Εκκλησία τότε παρακολούθησε το φαινόμενο με αδιαφορία.

Με το θέμα των ταυτοτήτων που ακολούθησε, η τότε ηγεσία της Εκκλησίας άθελά της, προφανώς, «τάισε» αυτό το μικρό θηρίο τη δυναμική του οποίου δεν υπολόγισε ποτέ σωστά.

Τα τελευταία χρόνια με την έκρηξη της τεχνολογίας στον χώρο της επικοινωνίας και ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πάλι η Εκκλησία πιάστηκε στον ύπνο. Δυο τρείς μητροπολίτες μόνο έδειξαν να προβληματίζονται για την παρουσία των κληρικών τους σε αυτά, αλλά ο φόβος είχε να κάνει με το φαίνεσθε. Μια εκκλησιαστική εκδοχή του «τι θα πει ο κόσμος» δηλαδή. Για τις ιδέες που διακινούνται, για την αξιοποίηση του από  κάθε λογής κληρικό και «ρήτορα» και για όλο αυτό το πανηγύρι που συμβαίνει στον χώρο του εκκλησιαστικού διαδικτύου, ακόμη και σήμερα οι περισσότεροι δεν έχουν την παραμικρή εικόνα. Πριν λίγα χρόνια μητροπολίτης έκανε εισήγηση στην Σύνοδο της Ιεραρχίας για την σύγχρονη οικογένεια και θεωρούσε πως όλα τα προβλήματα ξεκινούν από την «τηλοψία» και τα πρότυπα που προβάλει. Την τηλοψία…

Και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ. Μια ηγεσία που ποτέ δεν κατανόησε τις αλλαγές που συντελούνταν, δεν αξιολόγησε τις επιθέσεις που δεχόταν καθημερινά από «εχθρούς εντός των πυλών», που προτίμησε να κάνει πως δεν βλέπει και αρκέστηκε στο να συμβιβαστεί για να κερδίσει την ηρεμία της από το να συγκρουστεί ώστε να λύσει τα προβλήματα της, τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κάθε «ομολογητή» που με σηκωμένο το δάχτυλο την ελέγχει με σκαιότητα.

Κι από δίπλα ανέχεται ένα παράλληλο στρατό πονηρών καιροσκόπων που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τους αδαείς εμφανίζοντας εαυτούς ως τις φωνές της αλήθειας και της γνήσιας παράδοσης.

Χρόνια τώρα όποτε εμφανιζόταν ένα σκάνδαλο σεξουαλικής ή οικονομικής φύσεως έβγαιναν διάφοροι και ξιφουλκούσαν υπέρ της «κάθαρσης» στην Εκκλησία. Γιατί ήθελαν τους καθαρούς και τους αμόλυντους. Ποτέ όμως δεν βγήκε κάποιος να μιλήσει για εκείνους που μολύνουν τα μυαλά των ανθρώπων. Γι’ αυτούς που έκλεισαν σπίτια, που διέλυσαν οικογένειες, που τρέλαναν ανθρώπους για να φτιάξουν τους δικούς τους «στρατούς» και να ικανοποιήσουν την αρρωστημένη ματαιοδοξία τους.

Ποτέ δεν τόλμησαν να πουν «στοπ» στους κάθε λογής τσαρλατάνους με τους μεγάλους σταυρούς και τις απίθανες θεωρίες. Είτε επειδή δεν τους ζύγισαν σωστά, είτε επειδή δεν νοιάστηκαν, είτε ακόμη κι επειδή φοβήθηκαν.

Και να, τα αποτελέσματα.

Επειδή λοιπόν η ζωή τα έφερε τα τελευταία δυο χρόνια να μιλάμε συνεχώς με ιατρικούς όρους και να συμπεριφερόμαστε όλοι σαν καθηγητές ιατρικής, επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ την δική μου γνωμάτευση. Η Εκκλησία πάσχει από ένα πολύ βαρύ αυτοάνοσο. Μια ασθένεια που γεννήθηκε από το ίδιο της τον οργανισμό. Αν δεν ψάξουμε όλοι μας να βρούμε την θεραπεία και να συντελέσουμε ο καθένας από την πλευρά του στην ίαση, τότε η ασθένεια θα ξεφύγει και ο επόμενος «ξενιστής» θα είναι η ίδια η κοινωνία μας

Ανδρέας Λουδάρος

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

SIGNUP TO OUR NEWSLETTER

OUR SPONSORS